διακόπτομαι

διακόπτω
cut in two
pres ind mp 1st sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διακόπτομαι — διακόπτομαι, διακόπηκα, διακεκομμένος βλ. πίν. 124 Σημειώσεις: διακόπτομαι : η μτχ. διακεκομμένος χρησιμοποιείται ως επίθετο (διακεκομμένη γραμμή → μη συνεχής) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ίσχω — ἴσχω (Α) 1. εμποδίζω, περιορίζω, συγκρατώ, βαστώ («μηδὲν ἡμᾱς ἰσχέτω», Αριστοφ.) 2. (ενεργ. και μέσ.) κρατώ τον εαυτό μου, συγκρατούμαι, στέκομαι (α. «ἴσχε, μὴ φοβοῡ», Αισχύλ. β. «ἴσχεσθ Ἀργεῑοι, μὴ φεύγετε», Ομ. Οδ.) 3. απομακρύνομαι 4. παθ.… …   Dictionary of Greek

  • διορίζω — (AM διορίζω Α και ιων. τ. διουρίζω) [ορίζω] 1. χαράζω τα όρια, διαχωρίζω 2. καθορίζω, διατάζω, συμβουλεύω νεοελλ. εγκαθιστώ κάποιον σε μια θέση, τού αναθέτω επίσημα μια υπηρεσία αρχ. μσν. ορίζω, προστάζω αρχ. 1. ορίζω λογικά, δίνω ορισμό 2.… …   Dictionary of Greek

  • κρύβω — και κρύπτω και κρύφτω (AM κρύπτω και κρύβω, Μ και κρύβγω, Α και κρύφω) 1. καλύπτω κάτι έτσι ώστε να μη φαίνεται, σκεπάζω (α. «προσπάθησε να κρύψει τη γύμνια του με ένα σεντόνι» β. «κεφαλὰς δὲ παναίθησιν κορύθεσσι κρύψαντες», Ομ. Ιλ. γ. «ὑφ… …   Dictionary of Greek

  • σκαλώνω — Ν [σκάλα] 1. ανέρχομαι σε ψηλό ή δύσβατο τόπο με τη βοήθεια τών χεριών και τών ποδιών μου, σκαρφαλώνω, αναρριχώμαι 2. (μτβ.) αναρτώ, κρεμώ 3. μτφ. α) αγκιστρώνομαι πιάνομαι σε αιχμηρό αντικείμενο ή ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα εμπόδια έτσι ώστε… …   Dictionary of Greek

  • σταματώ — σταματῶ, άω, ΝΜ, και σταματίζω Ν [στάμα, ατος] (αμτβ.) παύω να κινούμαι, να λειτουργώ, να ενεργώ (α. «το ρολόι σταμάτησε» β. «σταμάτησε η βροχή» γ. «σταμάτησε η καρδιά του» δ. «πηδούν και σταματίζουν», Ερωτόκρ.) νεοελλ. 1. (μτβ.) α) κάνω κάποιον… …   Dictionary of Greek

  • συνδιακόπτω — Α παθ. συνδιακόπτομαι διακόπτομαι, διασχίζομαι μαζί ή ταυτόχρονα με άλλον. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + διακόπτω «κόβω σε δύο μέρη, διασπώ, διατρυπώ»] …   Dictionary of Greek

  • ԱՌԱՏԱՆԻՄ — (եցայ.) NBH 1 0295 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 11c ձ. ἁναγκάζομαι, διακόπτομαι cogor, urgeor, dissecor Առատանալ. եւ Վառիլ եռալ ոգւով յո՛ր եւ է իրս. *Եւս առաւելոյր եւ առատանէր ʼի բարեգործութիւնսն ամենայն. Ճ. ՟Ա.:… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • παύω — έπαψα, παύτηκα, παυμένος αμτβ. 1. διακόπτω, σταματώ. 2. απομακρύνω, απολύω: Τον έπαψαν από τη δουλειά. 3. μτβ., σταματώ, διακόπτομαι: Έπαψε ο αγέρας. 4. σιωπώ: Πάψε, γιατί μας ακούν …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.